ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΠΙΣΤΕΩΣ

 

 

 

ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΠΙΣΤΕΩΣ

 

 

 

Νομικό πλαίσιο

Σύνταγμα τῆς Ἑλλάδος, ἄρθρον 13ο

«1. Ἡ ἐλευθερία τῆς θρησκευτικῆς συνειδήσεως εἶναι ἀπαραβίαστος. Ἡ ἀπόλαυσις τῶν ἀτομικῶν καί πολιτικῶν δικαιωμάτων δέν ἐξαρτᾶtαι ἐκ τῶν θρησκευτικῶν ἑκάστου πεποιθήσεων.

2. Πᾶσα γνωστή θρησκεία εἶναι ἐλευθέρα καί τά τῆς λατρείας αὐτῆς τελοῦνται ἀκωλύτως ὑπό τήν προστασίαν τῶν νόμων. Ἡ ἄσκησις τῆς λατρείας δέν ἐπιτρέπεται νά προσβάλῃ τήν δημοσίαν τάξιν ἤ τά χρηστά ἤθη. Ὁ προσηλυτισμός ἀπαγορεύεται.»

 Ἄρθρον 9ο  ΕΣΔΑ

«Ἐλευθερία σκέψεως συνειδήσεως καί θρησκείας. 1. Πᾶν πρόσωπο δικαιοῦται εἰς τήν ἐλευθερίαν σκέψεως, συνειδήσεως καί θρησκείας, τό δικαίωμα τοῦτο ἐπάγεται τήν ἐλευθερίαν ἀλλαγῆς θρησκείας ἤ πεποιθήσεων, ὡς καί τήν ἐλευθερίαν ἐκδηλώσεως τῆς θρησκείας ἤ τῶν πεποιθήσεων μεμονωμένως, ἤ συλλογικῶς δημοσία ἤ κατ’ ἰδίαν, διά τῆς λατρείας, τῆς παιδείας καί τῆς ἀσκήσεως τῶν θρησκευτικῶν καθηκόντων καί τελετουργιῶν. 2. Ἡ ἐλευθερία ἐκδηλώσεως τῆς θρησκείας ἤ τῶν πεποιθήσεων δέν ἐπιτρέπεται νά ἀποτελέσῃ ἀντικείμενον ἑτέρων περιορισμῶν πέραν τῶν προβλεπομένων ὑπό τοῦ νόμου καί ἀποτελούντων ἀναγκαία μέτρα, ἐν δημοκρατικῇ κοινωνίᾳ διά τήν δημοσίαν ἀσφάλειαν, τήν προάσπισιν τῆς δημοσίας τάξεως, ὑγείας καί ἠθικῆς, ἤ τήν προάσπισιν τῶν δικαιωμάτων καί ἐλευθεριῶν τῶν ἄλλων».

ΣτΕ 2105/1975 (ὁλομέλεια)

«Ἐπειδή δόγμα ἤ θρήσκευμα ἀνεγνωρισμένον κατά τήν ἔννοιαν τῆς διατάξεως τοῦ ἄρ.1371 τοῦ ΑΚ εἶναι ἐκεῖνο τό ὁποῖο πληροῖ τάς προϋποθέσεις τοῦ καθ’ ἅπαντα τά Συντάγματα τῆς Ἑλλάδος ὄρου τῆς «γνωστῆς θρησκείας», ἤτοι τῆς ἐχούσης τό μέν δοξασίας φανερᾶς καί οὐχί κρυφίας, δημόσια διδασκομένας, τό δέ λατρείαν ἐπίσης φανερᾶν, ἀδιαφόρου ὄντος περαιτέρω, ἐν ὄψει τῆς κατοχυρούμενης ὑπό τοῦ Συντάγματος ἐλευθερίας τῆς θρησκευτικῆς συνειδήσεως, ἄν τό κατά τά ἄνω δόγμα ἀποτελεῖ αἵρεσιν ἐν σχέσει πρός τήν ἐπικρατοῦσαν ἐν Ἑλλάδι θρησκείαν τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθοδόξου τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας, ὡς ἐπίσης εἶναι ἀδιάφορον ἄν οἱ ὀπαδοί τοῦ ὡς εἴρηται δόγματος δέν διατηροῦν ἐκκλησιαστικᾶς ἀρχάς ἤ ἄν οἱ θρησκευτικοί λειτουργοί αὐτῶν στεροῦνται ἱερωσύνης ὑπό τήν καθιερωμένην ἐν τῇ Ὀρθοδόξῳ Ἐκκλησία ἔννοιαν τοῦ ὄρου τούτου. Ἐξάλλου οὐδόλως προσαπαιτεῖται ὅπως τό πληροῦν τάς ἀνωτέρω προϋποθέσεις δόγμα ἔχει τύχει καί ἐγκρίσεως οἱασδήποτε φύσεως ἀναγνωρίσεως διά πράξεως τινός τῆς πολιτείας ἤ τῆς Ἐκκλησίας….»

 

«Ὁμολογία Πίστεως»  Ἐκκλησία τῆς Παγκόσμιας Ζωῆς

Ἡ ἐν Ἑλλάδι Ἐκκλησία τῆς Παγκοσμίου Ζωῆς –γνωστή και ὡς «Ἐκκλησία τῆς Ζωῆς»– ἔχει ὡς ὀπαδούς και περιλαμβάνει μόνο τό σύνολο ὅσων συνειδητῶς και ἀνεπιφυλάκτως:

v  σέβονται τό σύνταγμα, τούς νόμους, τά χρηστά ἤθη καί τήν δημοσίαν τάξιν·

v  δέν προσηλυτίζουν·

v  ἀναγγέλλουν τήν πίστη τους διά τῆς ἐμπράκτου συμπεριφορᾶς τους (ὅπως –ἐνδεικτικά– εἶναι ὁ λιτός βίος, ἡ δημιουργική ἐνασχόληση, ἡ στήριξη μέ λογικά ἐπιχειρήματα τῶν ἀπόψεών τους, ἡ ἀγάπη προς τά ζῶα, ὁ σεβασμός πρός τήν φύση καί ἡ προστασία τοῦ περιβάλλοντος καθώς καί ὁ ὑγιεινός τρόπος ζωῆς, ὁ συνδυάζων ὑγιεινήφυσική διατροφή και ἄσκηση).

v  δέν ἔχουν κρυφές δοξασίες·

v  στηρίζουν τήν πίστιν τους σέ ἀποδείξεις ἤ ἰσχυρές ἐνδείξεις καί ὄχι σέ εὐσεβεῖς πόθους·

v  θεωροῦν τήν ζωήν (και εἰδικότερα τήν νοήμονα τοιαύτη) ἱεράν·

v  θεωροῦν τήν ζωήν (καί εἰδικότερα τήν νοήμονα τοιαύτη) ὡς a posteriori σκοπό τοῦ σύμπαντος·

v  ζοῦν λιτά, δημιουργικά, σέ ἁρμονία μέ τήν φύση καί μεταξύ τους·

v  ἔχουν ἀντίληψη καί σκέψη ἡ ὁποία ἑδράζεται στήν ἐπιστημονική μέθοδο·

v  διευρύνουν τήν τοιαύτη τους ἀντίληψη διά τῆς διαισθήσεως καί ἐνοράσεως·

v  ἐπικεντρώνονται εἰς τά αἴτια τῶν προβλημάτων·

v  θεωροῦν τήν ἐκδίκηση διαιώνιση τοῦ κακοῦ·

v  θεωροῦν πως ἡ λογική καί τό συναίσθημα συμπληρώνουν ἡ μία τό ἄλλο καί πώς δέν ὑπάρχει μεταξύ τους ἀντίθεση·

v  ὁραματίζονται κοινωνία βασιζόμενη στήν ἐλευθερία, δημιουργική συνύπαρξη, κατανόηση, ἐνεργό συμμετοχή, ἀμοιβαιότητα·

v  ὁραματίζονται μίαν κοινωνία ἐλεύθερη ἀπό γραφειοκρατία, μία κοινωνία ὅπου εὐδοκιμοῦν ὅσοι δημιουργοῦν καί ὄχι ὅσοι ἐκμεταλλεύονται τούς κανόνες της, μία κοινωνία ὅπου μεμονωμένα πρόσωπα δέν συσσωρεύουν διαρκῶς πλοῦτο πέραν ἑνός ὁρίου καί μία κοινωνία τά μέλη τῆς ὁποίας παράγουν ὅ,τι καταναλώνουν καί δέν ἐξαρτῶνται ἀπό ἄλλους καί ἀλλοῦ ἤ ἀπό μεσάζοντες ἤ ἀπό λογιστικό καί χωρίς ἀντίκρισμα μέσον (παραστατικό) συναλλαγῶν (χρῆμα)·

v  δίνουν σημασία πρωτίστως εἰς τά ἔργα καί πράξεις και ὄχι εἰς τά λόγια·

v  πρεσβεύουν πώς ἡ ὕπαρξη καί ἡ ἀνυπαρξία, ἔννοιες φαινομενικῶς ἀντίθετες, ἀλλά οὐσιαστικῶς ἰσότιμες, οὐδέποτε εἶχαν ἀρχή, οὐδέποτε θά ἔχουν τέλος, ἀφοῦ ἡ μία εἶναι τό τέλος τῆς ἄλλης καί ἀντιστρόφως·

v  θεωροῦν πώς  ὅ,τι ὑφίσταται καί ὑπάρχει εἰς τόν χῶρο καί χρόνο ἤ καί ἐκτός αὐτῶν, ὁ ἴδιος ὁ χῶρος καί ὁ ἴδιος ὁ χρόνος, ὅ,τι ἔχει ὑπόσταση οἱασδήποτε μορφῆς ἤ φύσεως, συνολικά ἤ/καί  μεμονωμένα, ἐξελίσσεται πρός τήν κατεύθυνση τῆς ζωῆς, εἶναι ζωή ἐν δυνάμει, ἐν τῷ γίγνεσθαι καί ἡ δέ ζωή ἐξελίσσεται σέ νοήμονα τοιαύτη καί ἡ νοήμων τοιαύτη ἐξελισσόμενη καί αὐτή ἀντιλαμβάνεται, κατανοεῖ καί μεταβάλλει ἑαυτόν καί τό σύμπαν·

v  ἀπαρασάλευτα ἀντιλαμβάνονται πώς ἡ φύσις εἶναι ἱερή, ἡ ζωή εἶναι ἱεροτέρα, ἡ νοήμων ζωή, ἀνάλογα μέ τό ποιόν καί ἔνταση τῆς νοημοσύνης της, εἶναι ἱερότατη·

v  θεωροῦν ἱερόν καί καθαγιασμένον ὅ,τι τήν ζωή προάγει κατευθύνοντάς την πρός τήν νοημοσύνη, τήν διάνοια·

v  χαρακτηρίζουν ἐγωπαθῆ, τήν ἀνθρωποκεντρική ἀντίληψη εἰς τήν περίπτωσιν πού αὐτή περιφρονεῖ τίς ἄλλες μορφές ζωῆς, τήν φύσιν καί τό σύμπαν, ἐντός τῶν ὁποίων –καί χάριν εἰς τά ὁποῖα– οἱ ἄνθρωποι ὑπάρχουν·

v  θεωροῦν παράλογη τήν ἀναγωγή τῶν συνηθειῶν σέ κανόνα συμπεριφορᾶς, ἀφοῦ μία συνήθεια δέν εἶναι ἀπαραιτήτως καλή ἤ κακή·

v  θεωροῦν παράλογο, ἀποκρουστικό, ἐνάντιο στήν φύση καί σύμπαν κάθε τί τό ὁποῖο ἐμποδίζει τήν ἐξέλιξη, κάθε τί τό ὁποῖο ὑποβαθμίζει τούς νοήμονες σέ ἀνόητους, κάθε τί τό ὁποῖο ἐκφυλίζει, ἐκμαυλίζει, ἀποβλακώνει·

v  θεωροῦν πώς τό σύμπαν διαθέτει διάνοια, πώς ὑπάρχει μία κοσμική διάνοια καί πώς αὐτή ἡ διάνοια ἐπιλέγει κατά καιρούς νά ἐπικοινωνῇ μέ διάφορα ἐμπνευσμένα καί προικισμένα ἄτομα·

v  θεωροῦν ἱερούς τούς τόπους ὅπου ἡ συμπαντική (κοσμική) διάνοια ἐπέλεξε γιά νά ἐπικοινωνήσῃ μέ κάποιο ἄτομο, τό δέ ἄτομο αὐτό τό θεωροῦν καθαγιασμένο·

v  ὡς ἀντικείμενο λατρείας ἔχουν τήν φύση, τήν ζωή και την συμπαντική (κοσμική) διάνοια ἀλλά ὄχι κατά τρόπον δουλοπρεπῆ·

v  την λατρεία τους ἀσκοῦν ποικιλοτρόπως, ὅπως –ἐνδεικτικά καί ὄχι περιοριστικά– διά τῆς περισυλλογῆς, διά τῆς προσευχῆς πρός τήν συμπαντική (κοσμική) διάνοια, διά τῆς παρακολουθήσεως τῶν ἐμπνευσμένων ὁμιλιῶν ἀρχιερέων και ἱερέων. 

 

Οἱ ἱερεῖς καί ἀρχιερεῖς (ἤτοι οἱ ἐπίσκοποι) τῆς ἡμετέρας Ἐκκλησίας δίνουν ἐμπράκτως τό παράδειγμα λιτοῦ βίου. Εἰδικότερα οἱ ἀρχιερεῖς (οἱ ἐπίσκοποι) ἔχουν μόνο τά ἀπαραίτητα διά τίς ἀνάγκες καί λειτούργημά τους περιουσιακά στοιχεῖα. Ἡ κατοικία τῶν ἀρχιερέων εἶναι πάντοτε ἱερός τόπος καί προσωπικός τόπος λατρείας καί περισυλλογῆς, (ὅπως, κατ' ἀναλογίαν, τά κελλιά καί οἱ σκῆτες τῶν μοναχῶν τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθοδόξου τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας). Δύνανται, ὅμως, οἱ ἀρχιερεῖς μέ εἰδική πράξη τους νά ὁρίζουν, ἐκτός τῆς κατοικίας τους, διαφορετικόν τόπον διά τόν σκοπόν αὐτόν.

Κεφαλή ἐν Ἑλλάδι τῆς ἡμετέρας ἐκκλησίας εἶναι ὁ ἐμπνευσμένος ἐπίσκοπος Ἀθηνῶν –καί ἤδη ἀρχιεπίσκοπος– Διονύσιος (κατά κόσμον Διονύσιος Ν. Βάδεν).

 

Διοίκηση

Ἡ ἐκκλησία μας διοικεῖται ἀπό τόν Ἀρχιεπίσκοπο –καί ἐπίσκοπο Ἀθηνῶν– καί ἀπό τούς ἐπισκόπους. Ὁ ἐπίσκοπος Ἀθηνῶν εἶναι και ἀρχιεπίσκοπος. Οἱ ἐπίσκοποι μέ πράξεις τους –οἱ ὁποῖες κοινοποιοῦνται ἀμέσως στήν ἱερά Ἀρχιεπισκοπή Ἀθηνῶν τῆς ἡμετέρας ἐκκλησίας– διορίζουν ἱερεῖς, δόκιμους ἱερεῖς, ἀσκητές καί μοναχούς, καθορίζουν ποῖοι τόποι θά λειτουργοῦν ὡς ἱερές μονές, ὡς τόποι περισυλλογῆς, ὡς ἡσυχαστήρια, ὡς τόποι σύναξης τῶν πιστῶν, ὡς τόποι λατρείας καί γενικά ρυθμίζουν τά τῆς ἡμετέρας ἐκκλησίας. Ἡ ἱερά Ἀρχιεπισκοπή Ἀθηνῶν καθώς καί κάθε ἄλλη ἐπισκοπή νοεῖται ὡς τό σύνολον τῶν ἐνεργειῶν καί δράσεων τοῦ κάθε ἐπισκόπου καί ἐδρεύει εἰς τόν τόπον κατοικίας του ἐκτός ἐάν μέ εἰδική πράξη του ἔχει ὁρίσει διαφορετικά. Οὐδείς πιστός μεταβαίνει εἰς τήν ἐπισκοπικήν ἕδραν, δηλαδή εἰς τά γραφεῖα ἤ κατοικίαν τοῦ ἐπισκόπου, χωρίς προηγούμενη (συνήθως τηλεφωνική) συνεννόηση καί χωρίς τήν συγκατάθεση τοῦ ἐπισκόπου.

 

Εὐκτήριοι οἶκοι

Τά μέλη τῆς Ἐκκλησίας τῆς Παγκοσμίου Ζωῆς δέν ἔχουν, ἀπαραιτήτως, ἀνάγκην εὐκτηρίων οἴκων· δύνανται νά συναντῶνται στήν ὕπαιθρο. Κατά τίς συναντήσεις τους δέν θορυβοῦν, δέν προκαλοῦν καί συμπεριφέρονται διακριτικά καί κόσμια.

 

Μόνο ὁ ἀρχιεπίσκοπος (ὁ ἐπίσκοπος Ἀθηνῶν) δύναται νά διορίζῃ ἤ καί νά παύῃ ἐπισκόπους. Οἱ ἀποφάσεις τῆς συνόδου τῶν ἐπισκόπων ὑπόκεινται στήν ἔγκριση τοῦ ἀρχιεπισκόπου·  ὁ τελευταῖος δύναται νά τίς ἀνατρέπῃ, τροποποιῇ ἤ καί νά ἀποφασίζῃ αὐτοβούλως καί ἀνεξαρτήτως.

Ὁ ἀρχιεπίσκοπος μέ εἰδική πράξη του ὁρίζει τόν ἀντικαταστάτη ἤ ἀναπληρωτή του καθώς ἐπίσης καί τόν διάδοχό του. Ἐάν δέν ὑπάρχει ἀναπληρωτής ἤ  ἀντικαταστάτης, τόν ἀντικαθιστᾶ ἡ  σύνοδος τῶν ἐπισκόπων συλλογικά καί ἀποφασίζει κατά πλειοψηφία. Σέ περίπτωση θανάτου τοῦ ἀρχιεπισκόπου, ἐάν δεν ὑπάρχει διάδοχος, ἡ σύνοδος τῶν ἐπισκόπων ὀρίζει νέον ἀρχιεπίσκοπο μέ ἀπόλυτη πλειοψηφία τοῦ συνόλου τῶν μελῶν της.